ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ξύπνησαν φριχτές μνήμες στη δίκη για το έγκλημα στου Φιλοπάππου – Τους ικέτευα να μην τον ρίξουν στον γκρεμό

Μνήμες από το φριχτό βράδυ της δολοφονίας του 25χρονου νεαρού Νίκου Μουστάκα, ο οποίος πέρυσι τον Δεκαπενταύγουστο βρήκε τραγικό θάνατο στου Φιλοπάππου, ξύπνησαν στη δίκη ενός 29χρονου Πακιστανού και ενός 26χρονου Ιρακινού, που κατηγορούνται για τη δολοφονία του.

Η δίκη για την απίστευτη αυτή υπόθεση που είχε συγκλονίσει πέρυσι την κοινή γνώμη ξεκίνησε σήμερα στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Αθήνας, ενώ για τη συγκεκριμένη υπόθεση έχει ήδη καταδικαστεί σε κάθειρξη 10 ετών και ένας ανήλικος Πακιστανός που δικάστηκε πριν λίγους μήνες.
Ο 29χρονος Πακιστανός παραδέχθηκε την εμπλοκή του στην υπόθεση της δολοφονίας, υποστηρίζοντας ωστόσο πως δεν έσπρωξε τον 25χρονο στον γκρεμό και πως το μόνο που επεδίωκε ήταν να του πάρει το κινητό και τα λεφτά που είχε.

Παράλληλα, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τη συμμετοχή του στις άλλες ληστείες. Από την πλευρά του το 26χρονος Ιρακινός ανέφερε στο δικαστήριο πως θα μιλήσει «όταν έρθει η ώρα».


Καταθέτοντας στο δικαστήριο, ο πατέρας του 25χρονου Νίκου Μουστάκα είπε: «Ο γιος μου είχε φύγει 21 ετών από την Ελλάδα. Ζούσε και εργαζόταν τέσσερα χρόνια στη Σκωτία, όπου πήγε για να φτιάξει τη ζωή του. Πέρυσι όλα ήταν στρωμένα γι’ αυτόν, είχε άδεια και σε τρεις ημέρες θα έφευγε για να επιστρέψει στη Σκωτία. Ο γιος μου πήγε με μια φίλη στου Φιλοπάππου. Ήταν απόγευμα προς βραδάκι. Πήγε κάποιος νέος και τους ζήτησε τσιγάρο. Ο γιος μου του είπε πως δεν έχει τσιγάρα μαζί του. Αυτός έφυγε και, όταν έφυγε, ο κόσμος που βρισκόταν στο σημείο ξαναγύρισε μαζί με άλλους δυο. Ο ένας έσπασε ένα μπουκάλι, ο άλλος απειλούσε τον γιο μου με μαχαίρι και ο ανήλικος κρατούσε την κοπέλα για να πάρει ό,τι είχε πάνω της. Κι εγώ διερωτώμαι: Ο γιος μου ήταν 1,77. Αυτοί οι δυο δεν μπορούσαν να του πάρουν ό,τι είχε πάνω του αντί να τον σκοτώσουν; Τον έσυραν μέχρι τον γκρεμό κι έπεσε το παιδί. Ο ένας είχε άσυλο, δεν ξέρω πώς του δόθηκε. Τον πλήρωναν 400 ευρώ, είχε σπίτι. Αυτό το κόλπο με το τσιγάρο ήταν προσχεδιασμένο προκειμένου να κάνουν επόπτευση του χώρου. Πιστεύω ακράδαντα ότι είχαν πρόθεση να τον σκοτώσουν. Ο Πακιστανός πήγαινε εκεί κάθε μέρα, τον ήξερε καλά τον χώρο».
Στην κατάθεσή της η μητέρα του άτυχου νεαρού, είπε: «Μας είπε η κοπέλα, όταν έφυγε ο κόσμος, πως τους προσέγγισαν δυο άτομα, μελαμψοί, ένας κοντός κι ένας μεσαίος, και τους ζήτησαν τσιγάρο. Τους απάντησε ο γιος μου ότι δεν είχαν τσιγάρα και αυτοί δυσαρεστήθηκαν. Κάθισαν 2-3 λεπτά κι έφυγαν. Μετά από λίγο επέστρεψαν. Ήταν τρεις και έσπασαν ένα μπουκάλι. Ο ένας κρατούσε ένα μπουκάλι σπασμένο και ένα μαχαίρι. Βίωσαν τον απόλυτο φόβο. Εγώ μέχρι να πεθάνω θα αναρωτιέμαι το εξής, γιατί δεν μπόρεσαν να ληστέψουν και έπρεπε να σκοτώσουν κιόλας. Ήταν τρεις και ο γιος μου ήταν μέτριος και σαν κλωναράκι. Η ομάδα δρούσε με απόλυτη ψυχραιμία. Είχαν πάει όχι μόνο για να ληστέψουν αλλά για να σκοτώσουν.  Ήταν ιδιαίτερα βίαιοι και απειλητικοί. Ο Νίκος τους είπε να ηρεμήσουν. Τον έπιασαν από τη μπλούζα και τον πήγαν σηκωτό προς τον γκρεμό. Ο γιος μου ήταν στην πλάτη με τον γκρεμό. Δεν μπορούσε να πάει μόνος του πίσω – πίσω, είναι βραχώδες το σημείο, θα έπεφτε. Τον πήγαιναν σηκωτό. Γιατί ήταν δυο και σωματώδεις. Είχε όλο το μέλλον μπροστά του, μια πολύ καλή δουλειά. Δεν θα διακινδύνευε για 70 ευρώ και ένα κινητό τηλέφωνο. Τον οδήγησαν στον γκρεμό για να τον φοβίσουν. Όμως, όταν έφτασαν στον γκρεμό, ήξεραν τι είχε από κάτω, εκεί δρούσαν,  ήταν τα λημέρια τους. Ήταν συνειδητό και προμελετημένο το σχέδιο. Πήγαιναν ρωτούσαν για τσιγάρο, βολιδοσκοπούν και έπειτα φώναζαν τον τρίτο. Τράβηξαν και έδωσαν μια και έσπρωξαν το παιδί στο κενό. Στην τελική πράξη του δράματος. Αντί να τον βάλουν κάτω τον έσπρωξαν στον γκρεμό. Εύχομαι καμία μητέρα να μην σκέφτεται αυτά που εγώ σκέφτομαι κάθε βράδυ …Είμαστε δυο γονείς ερείπια, χωρίς καμία χαρά μέσα στο σπίτι. Η κόρη μου πέντε χρόνια μικρότερη σπουδάζει ιατρική στην Κρήτη και προσπαθούμε να την συνεφέρουμε.
Ο ένας κατηγορούμενος έπαιρνε και επίδομα του πρόσφυγα και έλεγε «γιατί να δουλεύω;». Και ο γιος μου, όταν πήγε στη Σκωτία, υπέστη ειρωνείες για τη γλώσσα και για το ότι ήταν Έλληνας, αλλά δεν σύστησε συμμορία να σκοτώσει τους Σκωτσέζους. Γιατί να το κάνουν αυτό; Ο γιος μου που βρίσκεται τώρα; Είχαν απόλυτη υπεροχή. Επιτέθηκαν με τόση βία που είχε ως γνώμονα την ανθρωποκτονία. Τελούσαν σε ήρεμη ψυχική κατάσταση. Η αντίστασή του ήταν για να ζήσει. Ο γιος μου τους εκλιπαρούσε να ηρεμήσουν. …Δεν με κοιτάνε στα μάτια γιατί είναι θρασύδειλοι αν και οπλισμένοι και σωματώδεις τα έβαλαν με ένα κλαράκι …».


Συγκλονιστική ήταν και η κατάθεση της 24χρονης  Πορτογαλίδας φίλης του νεαρού  που ήταν μαζί του στο λόφο στου Φιλοπάππου.
Η νεαρή κοπέλα αναγνώρισε στα πρόσωπα των δυο κατηγορουμένων τους δράστες που τους επιτέθηκαν τη μοιραία βραδιά.  «Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είναι αυτοί οι δυο άνδρες που είναι στην αίθουσα» είπε η νεαρή γυναίκα και συνέχισε τη συγκλονιστική περιγραφή της: «Ήρθαν από πίσω μας και οι τρεις. Ήταν στα πέντε μέτρα από την πλάτη μας και από εκεί και πέρα μας ανακοίνωσαν τι θα γινόταν. Ο Ιρακινός έσπασε το μπουκάλι στο έδαφος και μας ζήτησε να δώσουνε όλα τα πράγματα μας. Ο Πακιστανός πήγε στο Νίκο με μαχαίρι πολύ κοντά στην κοιλιά του και ο Ιρακινός μας κράτησε από τους ώμους για να μην σηκωθούμε. Το τρίτο άτομο (ανήλικος) έψαχνε την τσάντα μου και με ρωτούσε πού είναι το κινητό  και τα χρήματα μου και αφαιρούσε πράγματα από την τσάντα. Ο Νίκος σηκώθηκε και αυτοί ζητούσαν συνέχεια το κινητό και προσπαθούσαν να αφαιρούσαν πράγματα. Ο Ιρακινός πήρε το κινητό μου από την τσέπη μου. Όταν σηκώθηκε, οι δυο τον άρπαξαν και άρχισαν να τον τραβάνε προς τον γκρεμό. Τον είχαν με την πλάτη προς τον γκρεμό και τον έσπρωχναν. Ο Πακιστανός είχε το μαχαίρι συνεχώς στην κοιλιά του Νίκου. Σταμάτησαν στην άκρη του γκρεμού για 5 δευτερόλεπτα. Εγώ φώναζα στο Νίκο και, όταν ξανακοίταξα, είδα το Νίκο να πέφτει. Μετά σταμάτησαν δυο δευτερόλεπτα και άρχισαν να τρέχουν. Ο τρίτος συνέχισε να ψάχνει την τσάντα και έφυγε…. Φώναξα βοήθεια ακόμα και από τους κατηγορούμενους γιατί δεν θα μπορούσα να πιάσω μόνη μου το Νίκο. Ήταν σίγουροι για τις κινήσεις τους, ήξεραν τι έκαναν.  Φοβήθηκα για τη ζωή μου. Όταν ήρθαν, τους έλεγε ο Νίκος πως δεν υπάρχει λόγος να το κάνουν αυτό. Τους παρακαλούσε να μην τον σπρώχνουν προς τον γκρεμό.  Τον κρατούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια ακόμα και στην άκρη του γκρεμού. Αν ήθελαν, θα μπορούσαν να τον έχουν κρατήσει να μην πέσει».
Η δίκη συνεχίζεται.