ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ερευνα – σοκ: Δραματικές οι επιπτώσεις στην Ελλάδα με επιστροφή στη δραχμή

Ερευνα – σοκ για τις επιπτώσεις που θα είχε στην ελληνική κοινωνία η επιστροφή στη δραχμή, παρουσίασε την Πέμπτη η Ernst & Young, μια έρευνα που συνέταξε μαζί με την Oxford Economics για λογαριασμό πελατών τους.

 

 

Τα στοιχεία δείχνουν δραματική υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων και μεγάλη πτώση του ΑΕΠ της χώρας.
 

Η μελέτη δεν αναλύει καθόλου το ακραίο σενάριο μιας άτακτης εγκατάλειψης του κοινού νομίσματος με παράλληλη καταγγελία των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας. Οι συνέπειες του σεναρίου αυτού είναι αδύνατον να αποτιμηθούν, καθώς ένα τέτοιο σενάριο θα οδηγούσε σε δραματική μείωση του ΑΕΠ, παρατεταμένη αστάθεια και αβεβαιότητα και έξοδο από τη συνθήκη Σένγκεν και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η προοπτική επανόδου σε συνθήκες ανάπτυξης και ευημερίας δεν θα μπορούσε να οριοθετηθεί χρονικά.

Αντιθέτως, η παρούσα μελέτη βασίζεται στο σενάριο μιας συντεταγμένης εξόδου από την Ευρωζώνη μετά από διαπραγμάτευση με τους εταίρους και δανειστές της χώρας. Ακόμα και σε αυτό το «αισιόδοξο σενάριο», οι συνέπειες για την οικονομία και την κοινωνία θα είναι εξαιρετικά σοβαρές, ενώ οι επιπτώσεις θα κρίνονταν κυρίως από την οικονομική πολική που θα εφαρμοζόταν, καθώς η όποια νομισματική ή δημοσιονομική χαλάρωση θα οδηγούσε σε βαθύτερα προβλήματα.

Η μελέτη εκπονήθηκε σε συνεργασία με την Oxford Economics, ενός εκ των κορυφαίων Βρετανικών συμβουλευτικών οίκων σε θέματα διεθνούς οικονομίας. Σκοπός της μελέτης ήταν η ουσιαστική και αντικειμενική ενημέρωση επιχειρήσεων ή υποψηφίων επενδυτών σχετικά με τις επιπτώσεις μίας ενδεχόμενης εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη. Η μελέτη ολοκληρώθηκε στα τέλη Μαΐου 2015.

Με βάση τις προβλέψεις της Oxford Economics, η ανάλυση της ΕΥ εκτιμά ότι ενδεχόμενη έξοδος της χώρας από τη ζώνη του ευρώ, ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση, εκείνη μιας συντεταγμένης εξόδου, θα επιβαρύνει τα ελληνικά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις με τεράστιο κόστος και θα αφήσει τη χώρα γεωπολιτικά, στρατηγικά και οικονομικά απομονωμένη.

Με την έκδοση του νέου νομίσματος, η συναλλαγματική ισοτιμία θα υποτιμηθεί δραστικά, κατά τουλάχιστον 50%. Στο πιο θετικό σενάριο, και με την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει περιορισμένη πολιτική, κοινωνική και οικονομική αστάθεια, η συναλλαγματική ισοτιμία μετά την αρχική δραστική υποτίμηση, θα μπορούσε να σταθεροποιηθεί κοντά στο -30%. Όμως, αξίζει να σημειωθεί ότι, εάν η Πολιτεία δεν καταφέρει να αντιμετωπίσει τις αρχικές αντιδράσεις των αγορών και εφαρμόσει πολιτική νομισματικής χαλάρωσης με αυξητικές πληθωριστικές πιέσεις, η υποτίμηση μπορεί να υπερβεί κατά πολύ το 50%. Σε αυτήν την περίπτωση, η επίτευξη ισορροπίας δεν θα ήταν δυνατή για αρκετά χρόνια, με τις επιπτώσεις στο ΑΕΠ να είναι βαθύτερες και αισθητές σε βάθος χρόνου.

Η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας θα είναι δραματική, ενώ οι απώλειες της αγοραστικής δύναμης δεν αναμένεται να αντιστραφούν γρήγορα. Κατά τους πρώτους 18 μήνες μετά την έξοδο, η κατάρρευση της εγχώριας ζήτησης ενδέχεται να ξεπεράσει το 25% και η σωρευτική μείωση του πραγματικού ΑΕΠ θα υπερβεί το 15%. Λαμβάνοντας υπόψη τις τρέχουσες προβλέψεις διεθνών οργανισμών για το 2015, οι επιπτώσεις μπορεί να είναι σημαντικά βαρύτερες. Για να γίνει, όμως, αντιληπτό το δραματικό μέγεθος της συνολικής μείωσης του πραγματικού ΑΕΠ, αξίζει να σημειωθεί ότι η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε κατά τα τελευταία έξι έτη κατά 25%, που σημαίνει ότι σωρευτικά η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας θα φτάσει στο 50% των μεγεθών προ-κρίσης.

Στη συνέχεια, και υπό την προϋπόθεση βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας και της αύξησης των εξαγωγών, το ΑΕΠ θα μπορούσε να αρχίσει να αναπτύσσεται και πάλι. Ωστόσο, είναι εξαιρετικά αβέβαιο αν η βελτίωση αυτή θα μπορούσε να διατηρηθεί μέσο-μακροπρόθεσμα, δεδομένων των δομικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας, και της περιορισμένης εξαγωγικής της βάσης. Στοιχεία σχετικά με τις εξαγωγικές επιδόσεις που ακολούθησαν προηγούμενες υποτιμήσεις επιβεβαιώνουν αυτήν τη διαπίστωση, καθώς μετά την αρχική ώθηση ακολούθησε απότομη πτώση του ρυθμού αύξησης των εξαγωγών σε λιγότερο από ένα χρόνο.

Επιπλέον σχεδόν στο σύνολό τους οι εξαγωγικές δραστηριότητες της Ελλάδας βασίζονται σε εισαγόμενα υλικά παραγωγής, το κόστος των οποίων θα εκτοξευθεί λόγω της υποτίμησης μειώνοντας σημαντικά το όποιο όφελος ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Τέλος για δραστηριότητες όπως ο τουρισμός, η αύξηση της ανταγωνιστικότητας δεν προκύπτει μόνο από τη μείωση του κόστους αλλά κυρίως από το προφίλ του τουριστικού προϊόντος. Οι δραματικές συνθήκες σε κοινωνικό επίπεδο, όπως η πιθανή αύξηση της εγκληματικότητας, είναι σίγουρο πως θα συμβάλλουν αρνητικά στην πορεία του κλάδου.

Ακόμα και στο πιο ιδεατό σενάριο μιας συμφωνίας για σημαντική μείωση του χρέους σε ποσοστό 50%, η αδυναμία μετατροπής του χρέους στο νέο νόμισμα, σε συνδυασμό με τη σημαντική υποτίμηση, θα διατηρήσει το λόγο του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ πάνω από το 130%. Το υψηλό χρέος (και η ανάγκη εξυπηρέτησής του) θα λειτουργήσει ως περιοριστικός παράγοντας για τη δημοσιονομική πολιτική.

Σε περίπτωση που υιοθετηθεί μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, οι επιπτώσεις σε άλλα μέτωπα, θα οδηγήσουν γρήγορα στην ανατροπή της, καθώς θα έπρεπε να χρηματοδοτηθεί μέσω νομισματικής χρηματοδότησης που θα οδηγούσε σε μια ανεξέλεγκτη πληθωριστική δυναμική, με αυξημένες πιέσεις για περεταίρω υποτίμηση και πιστωτική συρρίκνωση.

Η υποτίμηση θα οδηγήσει άμεσα σε υψηλό πληθωρισμό, καθώς οι τιμές των εισαγόμενων και των εμπορεύσιμων αγαθών θα αυξηθούν απότομα.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της μελέτης, ο πληθωρισμός ενδέχεται να φθάσει, στο πιο αισιόδοξο σενάριο, τουλάχιστον το 10%. Η σταδιακή αποκλιμάκωσή του θα κριθεί από τις πολιτικές που θα ακολουθηθούν, καθώς η όποια νομισματική χαλάρωση θα οδηγήσει σε σπιράλ πληθωρισμού και υποτίμησης με σχεδόν σίγουρο αποτέλεσμα τον υπερπληθωρισμό, στην οποία περίπτωση δεν θα ήταν παράλογο να ξεπεράσει ακόμα και το 30%.

Το Grexit θα εκτοξεύσει την ανεργία (συμπεριλαμβανομένης της ανεργίας των νέων) βραχυπρόθεσμα άνω του 30%, ενώ σήμερα η ανεργία θα μπορούσε αργά αλλά σταθερά να μειώνεται, ειδικά εάν υπάρξουν άμεσα στοχευμένες δράσεις της Πολιτείας και της ΕΕ για τη στήριξη της ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένων και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

Για ορισμένα βασικά αγαθά και προϊόντα όπως η βενζίνη και το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, τα φάρμακα και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, καθώς και ορισμένα προϊόντα διατροφής,η μελέτη λέει ότι θα χρειασθεί η εισαγωγή δελτίου. Για τα υπόλοιπα, συμπεριλαμβανομένων των προϊόντων υψηλής τεχνολογίας και ένδυσης, θα υπάρξουν τεράστιες ελλείψεις στην αγορά.

Οι πραγματικοί μισθοί θα μειωθούν, οδηγώντας σε μεγάλη συμπίεση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, ειδικά για τα νοικοκυριά με σταθερά εισοδήματα, όπως οι συνταξιούχοι, οι νέοι, καθώς και οι χαμηλά αμειβόμενοι μισθωτοί. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι σκληρότερα πλήττονται τα νοικοκυριά με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα, με άμεσο αντίκτυπο στη φτώχεια και την αύξηση της ανισότητας. Στην Αργεντινή το 2001, υπήρξε δραματική αύξηση της φτώχειας, ενώ βάσει στοιχείων προκύπτει ότι μέχρι το 2002, το ποσοστό του πληθυσμού που ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας έφτασε το 53%.

Η διοικητική διαχείριση του εγχειρήματος θα είναι εξαιρετικά περίπλοκη. Για τουλάχιστον έξι μήνες μετά την έξοδο από το κοινό νόμισμα, η οικονομία θα λειτουργεί χωρίς επίσημο νόμισμα. Όλες οι τιμές, οι συμβάσεις, τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, θα πρέπει να μετατραπούν σε νέο νόμισμα, ενώ θα χρειασθεί μια παρατεταμένη διακοπή λειτουργίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Σε τέτοιες συνθήκες, είναι πιθανή και η εξάπλωση της ανταλλακτικής οικονομίας (barter trading).

Για τις τράπεζες, των οποίων η βιωσιμότητα θα δοκιμαστεί σημαντικά, κύρια προτεραιότητα μετά την έξοδο θα αποτελέσει η διατήρηση της κεφαλαιακής τους επάρκειας. Σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα για το οικονομικό περιβάλλον, αυτό θα οδηγήσει σε τεράστια μείωση της παροχής πιστώσεων (credit crunch). Η απότομη συρρίκνωση των επενδύσεων στον απόηχο μιας εξόδου είναι πολύ πιθανή. Οι επενδύσεις αναμένεται να μειωθούν κατά 30% κατά τα δύο πρώτα χρόνια και όποιες προοπτικές αύξησης δεν προβλέπεται να υπάρξουν νωρίτερα από το πέρας του τρίτου χρόνου.

Διαβάστε επίσης: