ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο πληθωρισμός στο «μικροσκόπιο» της Τράπεζας Πειραιώς: Μόνιμος ή προσωρινός στην Ελλάδα και την Ευρωζώνη;

Η άνοδος του πληθωρισμού στο 2,2% το Σεπτέμβριο και η εκτίμηση για έντονη αύξηση τον Οκτώβριο έχει επαναφέρει στον προσκήνιο τη συζήτηση αναφορικά με την πορεία των τιμών, της επίδρασης της στην ανάπτυξη καθώς και τις πιέσεις – δεδομένου ότι πρόκειται για πανευρωπαϊκό και όχι μόνο φαινόμενο – για σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής από πλευράς κεντρικών τραπεζών.

Όπως αναφέρει ανάλυση της Τράπεζας Πειραιώς, προτού περάσουμε στον πυρήνα της συζήτησης θα είναι χρήσιμο να έχουμε υπόψη μας κάποια βασικά δεδομένα:

1.        Η άνοδος του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη βρίσκεται σε πολύ πιο προχωρημένο στάδιο καθώς οι τιμές στην Ευρωζώνη ξεκίνησαν την αυξητική τους πορεία από τον Ιανουάριο 2021 (κυρίως εξαιτίας της επαναφοράς του ΦΠΑ στην Γερμανία στα προ-Covid επίπεδα) και έκτοτε έχει ακολουθήσει μια έντονη αυξητική πορεία κυρίως λόγω της αύξησης των τιμών ενέργειας.

2.        Αντίθετα, στην Ελλάδα, η άνοδος των τιμών είναι σχετικά πρόσφατο φαινόμενο καθώς έως και τον Απρίλιο 2021 η πορεία των τιμών ήταν αρνητική. Έκτοτε, και πάλι εξαιτίας των τιμών ενέργειας, ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί ακόμα περισσότερο στα επίπεδα του 2,2% τον Σεπτέμβριο. Κατά συνέπεια ο μέσος πληθωρισμός Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2021 στην Ελλάδα κυμαίνεται στο 0,2% ενώ ο δομικός (δηλαδή εκτός ενέργειας, διατροφής, αλκοολούχων και μη ποτών και καπνού) κατά μέσο όρο την ίδια περίοδο παραμένει αρνητικός στο -1,1%.

Αυτή η διαφορά «φάσης» της πορείας πληθωρισμού σε Ελλάδα και Ευρωζώνη αναμένουμε ότι θα επηρεάσει και τη μελλοντική πορεία των τιμών. Συνεπώς αναμένουμε (βλ. γράφημα 1) ότι στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός θα κυμανθεί στα επίπεδα του 2,5% για ολόκληρο το 2021 και στη συνέχεια θα ακολουθήσει πτωτική πορεία καθ’ όλο το 2022 με αποτέλεσμα ο μέσος πληθωρισμός το 2022 να κυμανθεί κοντά στο 2,0%

Αντίθετα η ανοδική πορεία των τιμών μόλις τώρα αρχίζει να γίνεται αισθητή στην ελληνική οικονομία. Εάν τα πράγματα εξελιχθούν σύμφωνα με τις προβλέψεις του στατιστικού μας υποδείγματος, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα είναι πιθανό να διατηρηθεί σε επίπεδα άνω του 4% έως το τέλος του 2ου τριμήνου 2022 και μετά θα αρχίσει να αποκλιμακώνεται με ταχείς ρυθμούς. Συνέπεια όλων αυτών είναι ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί στα επίπεδα του 1,2% το 2021, αλλά θα σκαρφαλώσει στο 3,8% το 2022. (βλ. γράφημα 2)

Συμπερασματικά λοιπόν και με βάση τα έως τώρα δεδομένα, θεωρούμε ότι παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός ιδιαίτερα στην Ελλάδα θα κινηθεί σε επίπεδα που έχουμε να τα συναντήσουμε από το μακρινό 2010, πρόκειται για παροδικό φαινόμενο και η δυναμική των τιμών προς τα τέλη του 2022 θα επανέλθει στα προ-κρίσης επίπεδα. Βασική παραδοχή πίσω από τους υπολογισμούς μας είναι ότι τα τρέχοντα πληθωριστικά φαινόμενα δεν οφείλονται σε υπερθέρμανση της οικονομίας δηλαδή της ενίσχυσης της ζήτησης πάνω και πέρα από τις δυνατότητες της προσφοράς να ανταποκριθεί. Αντίθετα οφείλεται στην αδυναμία της παραγωγής να υπολογίσει και να προβλέψει ορθά τα επίπεδα ζήτησης σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα καθώς αυτά εξαρτώνται από την πορεία της πανδημίας, των εμβολιασμών και των μέτρων κρατικής στήριξης, δηλαδή παραγόντων πρωτόγνωρων στα πρόσφατα οικονομικά χρονικά.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον και παρά τις πιέσεις των αγορών, η ΕΚΤ αναμένουμε να διατηρήσει τα επιτόκια στα τρέχοντα επίπεδα για μακρό χρονικό διάστημα. Ακόμα δε και στην περίπτωση που μέρος των πληθωριστικών πιέσεων είναι πιο δομικό και άρα μακροπρόθεσμο, είναι επιθυμητό η ΕΚΤ να ανεχθεί μια υπερθέρμανση της ευρωπαϊκής οικονομίας με το σκεπτικό της λεγόμενης «ανάστροφης υστέρησης», δηλαδή της ιδέας ότι μια παρατεταμένη αναζωπύρωση της ζήτησης είναι επιθυμητή προκειμένου να παρακινήσει σχολάζον εργατικό δυναμικό να επιστρέψει στην παραγωγική διαδικασία και να πεισθεί ένας αμυντικός και επιφυλακτικός ιδιωτικός τομέας να προβεί σε παραγωγικές επενδύσεις.