ΖΟΥΜΕ ΑΛΗΘΙΝΑ

Ο θάνατος παραμονεύει, λίγα μέτρα πριν βγεις στην Πειραιώς

Γράφει ο Δημήτρης Γιαγτζόγλου

Τόση ομορφιά αυτή η εποχή. Κι ας είναι αναποφάσιστος ο καιρός. Χθες το μεσημεράκι άφησα το αυτοκίνητο στον Κεραμεικό και περπάτησα προς το Κέντρο. Το κάνω συχνά αυτό. Είναι η μόνη άσκηση που κάνω. Ακουστικά πάντα, μουσική ή ραδιοφωνάκι, η εφαρμογή που μετράει τα βήματα στο κινητό και πάμε. Είχε ήλιο με λίγα σύννεφα.

Τα Καφέ στην Αυδή γεμάτα. Χαιρέτησα κανά δυο φίλους. Χαιρετισμός κάτι σαν εσπρεσάκι. Στο πόδι τα νέα μας, ένα πείραγμα. Συνέχισα. Μπήκα στην Ακαδήμου. Σεϋχέλλες με τις μοναδικές παπαρδέλες, η Μπέμπα με το ωραίο της περιβάλλον και τον Κωστή να χαμογελάει πάντα. Στον Κωστή κι αν χρωστάμε  χαμόγελα. Σεναριογράφος της ΝΗΣΟΥ. Θυμάστε; Δίπλα το Θέατρο Μεταξουργείο. Απέναντι το Από Μηχανής Θέατρο. Μαγαζιά με κινέζικα ρούχα παντού. Ωραία φασαρία. Πόσο χαίρομαι με αυτή την διόλου κουραστική φασαρία που δεν την ακούω γιατί είναι τσίτα τα ακουστικά στα αυτιά μου. Την νιώθω, όμως, παντού.

Οι τοίχοι που μιλάνε…

Τελευταίο κομμάτι της Ακαδήμου πριν βγω Πειραιώς. Αλλάζει η μυρωδιά εδώ. Δημόσιο ουρητήριο. Κανονικά. Βρώμα. Και θάνατος μαζί. Ζωή δεν το λες. Κι ότι δεν λες ζωή το λες θάνατο. Στέκι χρηστών ναρκωτικών. Λίγα μέτρα δρόμου. Πόσα μέτρα απομένουν για την ζωή τους άραγε. Σχεδόν μόνιμο το ραντεβού μου μαζί τους. Τους έχω μάθει σχεδόν όλους. Στα παλιά μαρμάρινα σκαλάκια, ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, δίπλα σε κάδους απορριμάτων. Ποτέ δεν σε κοιτάνε. Σκυμμένοι στην ιεροτελεστία τους.

Αυτό το… «μαζί» που όλοι αναζητούν και μόνο λίγοι βρίσκουν

Ξεχωρίζω μια γυναίκα. Δεν μπορώ να καταλάβω ποτέ την ηλικία της. Προσπαθώ. Το δέρμα της έχει αλλάξει χρώμα. Φοράει τα κοκάλινα γυαλιά. Μάλλον αυτά είναι πιο βαριά από το πετσί και το κόκαλό της μαζί. Είναι σε ένα σκαλάκι πάντα δίπλα σε κάτι σκαλωσιές. Η γωνιά της. Συνήθως έχει κατεβασμένη μια άθλια φόρμα μέχρι τα γόνατα. Μισογυρισμένη πλάτη και ψάχνει που να βαρέσει. Την πρώτη φορά που την είδα τρόμαξα.  Μούδιασε το κεφάλι μου. Το μούδιασε μάλλον είναι λίγο. Πρέπει να ήταν όμορφη γυναίκα. Παρά την τωρινή της εικόνα εκπέμπει μια περίεργη αξιοπρέπεια. Δεν μπορώ να το προσδιορίσω το πως. Όλοι οι υπόλοιποι είναι σκυμμένοι. Αυτή στέκει με όρθια την πλάτη. Αυτή η όρθια πλάτη κάνει την διαφορά από όλες και όλους τους άλλους σε αυτό το κομμάτι της Ακαδήμου.

Πάντα, όταν περνάω από κοντά της κόβω τον βηματισμό της. Το μούδιασμα στο κεφάλι μου πέρασε. Συνήθεια; Μια, λοιπόν, από τις φορές είδα και τα μάτια της. Μάτια. Μεγάλα. Και ναι εκφραστικά ακόμη. Εκφραστικά για όσο. Πίσω από τα μεγάλα κοκάλινα γυαλιά. Ένιωσα αμήχανα γιατί με είδε ότι την κοιτούσα. Αμήχανα γιατί η φόρμα της ήταν κατεβασμένη πάλι μέχρι τα γόνατα. Γιατί σαν αυτή η γωνιά να ήταν το σπίτι της να ένιωθε άνετα εκεί κι εγώ ν έβαλα το κεφάλι μου μέσα από το παράθυρο, με το έτσι θέλω. Αμήχανα της είπα καλημέρα. Φυσικά δεν μου απάντησε. Γύρισε την πλάτη της. Δεν ξέρω αν θα είπε κάτι από μέσα της. Ή τι μπορεί να σημαίνει «καλημέρα» για εκείνην. Αυτό σκεφτόμουν μετά συνέχεια. Ποια μέρα της να είναι καλή. Πότε ήταν για αυτήν η τελευταία καλή μέρα. Την θυμάται; Tης λείπει;

Πάντα όταν περνάω έχω ένα άγχος. Αν θα είναι εκεί. Να είναι εκεί. Γιατί άραγε; Αν λείψει θα χαλάσει το ντεκόρ της Ακαδήμου; Εγωιστικό αυτό που θα πω. Θα μου λείψει αν λείψει.