ΖΟΥΜΕ ΑΛΗΘΙΝΑ

Όταν ο Μίκης Θεοδωράκης συνάντησε το… ποδόσφαιρο

Του Δημήτρη Γιαγτζόγλου

Στροφάρουμε προεκλογικά έτσι κι αλλιώς. Σε ρυθμούς που σίγουρα θα ξεπεράσουν το κόκκινο του κόφτη. Ο Μίκης Θεοδωράκης έλεγε ότι η πολιτική, με την πλατιά, την πραγματική της έννοια, δεν είναι ασχολία, δεν είναι επάγγελμα, αλλά καθημερινό καθήκον του κάθε πολίτη προς την πολιτεία. Είναι το πέρασμα από το «εγώ» στο «εμείς» από τα στενά προσωπικά μας ενδιαφέροντα στο ενδιαφέρον για τον διπλανό μας, για το μέλλον της χώρας. Αυτή είναι μια πλευρά του Μίκη που δεν νομίζω να υπάρχει Έλληνας και όχι μόνο που δεν γνωρίζει. Πάμε σε άλλα μονοπάτια.

Ο Έλληνας μουσικοσυνθέτης λάτρεψε το ποδόσφαιρο, όσο και ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς, ο Αλμπέρ Καμί, ο Πιέρ Πάολο Παζολίνι, ο Μανώλης Αναγνωστάκης, ο Λουτσιάνο Παβαρότι, ο Χοσέ Καρέρας. Όποτε οι επαγγελματικές, κοινωνικές και πολιτικές δραστηριότητές του το επέτρεπαν, του άρεσε να παρακολουθεί ποδόσφαιρο. Απολάμβανε την ταχύτητα, τον ρυθμό, το απρόβλεπτο της κίνησης, τη μαγεία που εξέπεμπαν «οι ποιητές της μπάλας». Ταυτίστηκε με τους άσους των γηπέδων. Τους ενέπνευσε με την μουσική του. Εισέπραττε ιδέες και δύναμη από το ταλέντο τους.

Όλες αυτές οι διαπιστώσεις ανήκουν στον Γιάννη Γεωργάκη. Υπογράφει το βιβλίο «Κόμμα αλλάζουμε, ομάδα ποτέ – Ή όταν ο Μίκης Θεοδωράκης συνάντησε το ποδόσφαιρο». Ο Γιάννης Γεωργάκης είναι δημοσιογράφος. Στο αθλητικό ρεπορτάζ για πολλά χρόνια (Ριζοσπάστης 1987-1999 και ΒΗΜΑ 1999-2013).

Ο Μίκης Θεοδωράκης, το 2003,  σε μια εκδήλωση με κορυφαίους Έλληνες ποδοσφαιριστές στο ξενοδοχείο «Χίλτον», δεν απέφυγε την συγκίνηση. «Αν μου έλεγαν πως σήμερα θα έχω ένα γεύμα με τον Μπετόβεν, τον Σούμαν και τον Βάγκνερ, δεν θα χαιρόμουν όσο τώρα που βρίσκονται μαζί σας», υπογράμμισε. Όταν, μάλιστα κάθισε δίπλα στον ενενηνταδυάχρονο  και αείμνηστο σήμερα Αχιλλέα Ανδριανόπουλο, αποκάλυψε ότι αυτός και τα τέσσερα αδέλφια του, που μεγαλουργούσαν στην δεκαετία του 1930 με την φανέλα του Ολυμπιακού και της ελληνικής εθνικής ομάδας ήταν τα παιδικά του ινδάλματα.

Για τη θάλασσα, το ραδιόφωνο, για ένα πουκάμισο… ανοιχτό, για μια Ελένη

Η γνωριμία του Μίκη με το ποδόσφαιρο, έγινε στο Αργοστόλι, στα μαθητικά του χρόνια. Το 1933, ο πατέρας του, λόγω πολιτικών φρονημάτων –είχε υποδεχτεί και φιλοξενήσει στο σπίτι του τον ηττημένο στις εκλογές Ελευθέριο Βενιζέλο- παίρνει δυσμενή μετάθεση από την Νομαρχία Ιωαννίνων στην Νομαρχία Κεφαλλονιάς. Άντε πάλι από την αρχή για τον 8χρονο Μίκη. Άλλοι δάσκαλοι, καινούργιες γειτονιές, νέοι φίλοι, διαφορετικό περιβάλλον. Ο Μίκης, ψηλός όπως ήταν και με ιδιαίτερη φωνή, έδινε στόχο από μακριά. Ο δεσπότης τον δοκίμασε στη χορωδία του σχολείου και του ανακοίνωσε ότι Μεγάλη Παρασκευή θα ψάλει μόνος του στη  Μητρόπολη. Έβλεπε μακριά ο άνθρωπος.

Αίμα στις ράγες: Συγκλονιστική μαρτυρία στο usay για τις αυτοκτονίες στους συρμούς

Εκεί άρχισε να αγαπάει το ποδόσφαιρο. Εκεί μυήθηκε στην  «γαυροσύνη». Ήταν η εποχή που το ποδόσφαιρο εξέπεμπε λαϊκή μαγεία. Έστω και χωρίς τις ανεπανάληπτες ραδιοφωνικές περιγραφές, χωρίς παραστάσεις από τις μεγάλες ομάδες του Κέντρου που μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον. Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου το ποδόσφαιρο δεν το έλεγαν φούτμπολ, δεν υπήρχε το κόρνερ, το γωνιακό λάκτισμα. Ο Μίκης αγαπούσε το ποδόσφαιρο , όταν στην χώρα μας παιζόταν ακόμη με φύλακες, οπισθοφύλακες, εμπροσθοφύλακες και εφέρδους.

Το 1935, σε ηλικία 10 ετών όταν αγόρασε για πρώτη φορά εφημερίδα, διάβασε για τους αδελφούς Ανδριανόπουλους που ίδρυσαν το 1925 τον πειραϊκό σύλλογο – οι 4 από τους 5 γιατί ο 5ος ήταν τότε ανήλικος. Το όνομα Ολυμπιακός που παρέπεμπε σε Ολυμπιακούς αγώνες, δαφνοστεφανωμένος  έφηβος στην ερυθρόλευκη φανέλα στο μέρος της καρδιάς και κυρίως ο θρύλος των αδελφών που πρωτοστάτησαν στη ν κατάκτηση 6 πρωταθλημάτων την δεκαετία του 1930, συναντήθηκαν μα την φαντασία του Μίκη.

Ωραίες, γοητευτικές ιστορίες. Και για αυτή την πτυχή του Μική μας αλλά και για το ποδόσφαιρο. Άλλες εποχές.

 

«Κόμμα αλλάζουμε, ομάδα ποτέ» Ή όταν ο Μίκης Θεοδωράκης συνάντησε το ποδόσφαιρο. Του Γιάννη Γεωργάκη.

Ι Α Ν Ο S ΕΚΔΟΣΕΙΣ