ΖΟΥΜΕ ΑΛΗΘΙΝΑ

Κλοπές, βιασμοί, ξυλοδαρμοί και περιθώριο: Όπως τα έζησε η Εύα Κουμαριανού

Του Δημήτρη Γιαγτζόγλου

«Με λένε Εύα. Εύα Κουμαριανού. Δεν με λένε δηλαδή ακριβώς έτσι με γνωρίζουν όλοι οι φίλοι και ο περίγυρός μου. Είμαι τρανς, τρανσέξουαλ, τραβεστί. Περίπου με αυτά τα επίθετα μπορείς να με προσδιορίσεις. Κρατάς στα χέρα σου την αυτοβιογραφία μου. Όσα δηλαδή θα σε αφήσω να δεις από την κλειδαρότρυπα». Μερικά λόγια από την εισαγωγή του βιβλίου της Εύας Κουμαριανού «Εύα Κουμαριανού το ταξίδι της ζωής μου». Και μας ξεκαθαρίζει «ξέρω ότι ίσως θα είχε ενδιαφέρον να σου κεντρίσω τα κέντρα του εγκεφάλου που οδηγούν στην συγκίνηση, να στο κάνω κάπως σπαραξικάρδιο το θεματάκι και δεν είναι δύσκολο ξέρεις αυτό, έχω όλη την εμπειρία και το υλικό μου αχνίζει. Δεν έχω όμως κανέναν τέτοιο σκοπό, εγώ θα σου μιλήσω για την ζωή μου, απλά και καθαρά και σου υπόσχομαι ένα και μόνο πράγμα: την αλήθειά μου».

Την Εύα την γνώρισα ένα βραδάκι στην Γωγώ. Το γνωστό στέκι απέναντι από τον Σταυρό του Νότου. Βραδάκι δεν ήταν. Ήταν σχεδόν πρωί. Ήμουν με μια παρέα γνωστών ηθοποιών, πίναμε, χορεύαμε, τραγουδούσαμε. Μόλις μπήκε η Εύα την φώναξαν στην παρέα μας. την γνώριζαν. Είχε τελειώσει από τις Κούκλες και πέρασε για λίγο. Έγιναν οι συστάσεις και το πρώτο πράγμα που με εντυπωσίασε ήταν το πόσο όμορφα μιλούσε, ευγενικά, και ο τρόπος της. Μου είπε, μάλιστα για μια παράσταση που ανέβαζε τότε με θέμα την ζωή της. Της υποσχέθηκα ότι θα την καλούσα στην εκπομπή που έκανα τότε νύχτα να τα πούμε. Όπως και έγινε. Ξέρετε. Ένα πράγμα έχω κερδίσει τόσα χρόνια σε αυτήν την δουλειά. Ότι έχω γνωρίσει ωραίους ανθρώπους. Και η Εύα ανήκει σε αυτούς. Το καθαρό της βλέμμα. Η ζωή της. Τα κόμπλεξ που δεν έχει. Ο τρόπος που σου λέει την αλήθεια. Αφοπλιστικά αληθινός. Από αυτούς τους ανθρώπους, ναι, έχω να κερδίσω πολλά.

Πάμε στα κομμάτια της ζωής της μέσα από το βιβλίο. «Πήγαινα στον Πειραιά, στην Τρούμπα, στα μπουρδέλα. Κοιμόμουν σε οικοδομές, έστρωνα κάτω ρούχα εργατών που έβρισκα και κοιμόμουν. Στον Πειραιά απέναντι από το λιμάνι ήταν ένα εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο. Το είχα βρει, λοιπόν, σαν καταφύγιο. Είχε κουκούλα από πάνω κι έτσι κοιμόμουν εκεί. Όταν κλείνανε τα μαγαζιά, έκανα λίγο πέρα τον μουσαμά για να δω, έβλεπα αν είχαν κλείσει όλα και έβγαινα. Κάποια νύχτα παραβίασα ένα καφενεδάκι. Τότε τα μαγαζιά δεν είχαν την ασφάλεια που έχουν σήμερα. Δεν υπήρχε τόσο έντονη εγκληματικότητα και ο κόσμος απλώς κλείδωνε μια φορά και έφευγε. Έσπρωξα δυνατά, λοιπόν, την πόρτα και μπήκα. Πήρα ένα πακέτο ζάχαρη για να ξεγελάσω την πείνα μου και μια κούτα τσιγάρα. Στην Τρούμπα τα πούλησα πενήντα δραχμές, σιγά το ποσό τότε. Πήγα, όμως κι έφαγα  με τα λεφτά αυτά, πήγα και σε ένα τσοντάδικο, γαμήθηκα στα τζουρά. Εκεί ήταν Πακιστανοί, Άραβες, όλες οι φυλές του Ισραήλ. Παράλληλα, νιώθοντας την διαφορετικότητά μου, αναζητούσα άλλα άτομα που ταυτιζόμουν. Γενικά όταν έβλεπα θηλυπρεπή αγόρια, τα ακολουθούσα στα κρυφά για να δω που πάνε και τι κάνουν, να παίρνω τα χνάρια τους. Έτσι, λοιπόν, γνώρισα την Ρομπέρτα, την Κόμπρα, την Σουζάνα, την Ζωζώ, όλες φίλες τότε και μερικές ακόμη και τώρα. Παράλληλα, γνώρισα κι έναν τύπο με ένα μάτι, το άλλο ήταν γυάλινο. Αυτός ήταν ο κολομπαράς του Πειραιά, γνώριζε όλες τις αδελφές, μέγας και τρανός στην πιάτσα. Με γαμούσε αυτός, λοιπόν, μου έδινε κάποια λεφτά, με τάιζε. Όποτε ξέμενα από λεφτά κατέφευγα σε αυτόν. Μια άλλη φορά γνώρισα ένα νεαρό που έμενε κάπου πίσω από τον Ηλεκτρικό στον Πειραιά. Εκεί σε ένα διαμέρισμα έβλεπες εφτά οκτώ άτομα με τις πόρτες ανοιχτές. Με πήγε, λοιπόν, σπίτι αν κάνουμε σεξ. Εγώ σταμπάρισα το σπίτι γιατί σε όλους τους ορόφους έμενε αρκετός κόσμος. Πήγα, λοιπόν, ένα βράδυ και τους τσούρνεψα τα πάντα. Πήγα σε όλους τους ορόφους έψαχνα παντελόνια και δεν άφησα δεκάρα τσακιστή. Τους ξάφρισα όλους. Από αυτόν που γαμήθηκα πήρα το κασετόφωνο. Ήθελα να έχω μουσική στο αυτοκίνητο που έμενα. Εμ η φτώχια θέλει καλοπέραση»

« Ένα βράδυ μπήκε στο μαγαζί ένας τύπος πολύ περίεργος και άρχισε χωρίς να κάνω και πολλά να κάνει τρελό λογαριασμό για πάρτυ  μου. Η μία σαμπάνια άνοιγε μετά την άλλη. Εγώ από κάθε σαμπάνια έπαιρνα από τα ποσοστά ένα γερό μεροκάματο. Τελειώνοντας, λοιπόν,  στο κλείσιμο μου πρότεινε να με πάει στο ξενοδοχείο κι έτσι έγινε, πήρε μάλιστα και μια σαμπάνια μαζί του. Αντί, όμως να με πάει στο ξενοδοχείο, έστριψε προς την λίμνη και αφού την πέρασε άρχισε να κατευθύνεται στον δρόμο που πήγαινε στο Μέτσοβο. Όταν τον ρώτησα μου είπε ότι πάμε να πιούμε την σαμπάνια, έτσι μια βόλτα. Τελικά σταμάτησε σε ένα απόμερο μέρος με κάτι θάμνους. Και τότε σταματάει και ένα άλλο αυτοκίνητο και βγαίνουν εφτά άτομα από μέσα. Κι έγινε το έλα να δεις. Μάλλον είχε ειδοποιήσει ότι ήμουν τρανς και έχε βρει όλους αυτούς που δεν άργησαν να πέσουν πάνω μου και να με βιάσουν. Πολύ άσχημη εμπειρία, γιατί δεν μπόρεσα να πω κάτι, να αντιδράσω. Αφού υπέμεινα όλο αυτό, με παράτησαν κι έγιναν καπνός. Ανέβηκα στον δρόμο και για καλή μου τύχη βρήκα ένα  γεράκο κι ευτυχώς με πήγε στο κακό μου του χάλι στην πόλη. Νιώθοντας φρικτά και μην ξέροντας τι να πω με συνόδευσε στο ξενοδοχείο. Ο άνθρωπος στην ρεσεψιόν έμεινε κάγκελο. Με είδε αναμαλλιασμένη, με σκισμένα ρούχα ποιος ξέρει τι σκέφθηκε. Ανέβηκα χωρίς πολλές κουβέντες στα γρήγορα και χωρίς άλλη σκέψη μπήκα στο μπάνιο, να διώξω την βρωμιά από πάνω μου».

 

«ΕΥΑ ΚΟΥΜΑΡΙΑΝΟΥ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ» εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης.